Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950 ήταν το πρώτο μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και το πρώτο που φιλοξενήθηκε στη Νότια Αμερική. Η Βραζιλία, ως διοργανώτρια, έχτισε ειδικά για την περίσταση το Μαρακανά, ένα γήπεδο-σύμβολο χωρητικότητας που, εκείνη τη μέρα, φιλοξένησε πάνω από 199.854 επίσημα εισιτήρια — αριθμός που παραμένει από τα υψηλότερα στην ιστορία υποδοχής ποδοσφαιρικού αγώνα.
Αντίθετα με τη σημερινή μορφή του θεσμού, το 1950 δεν υπήρχε καθαρός τελικός: ο νικητής προέκυπτε από τελικό όμιλο τεσσάρων ομάδων. Στο τελευταίο ματς, η Βραζιλία χρειαζόταν μόνο ισοπαλία απέναντι στην Ουρουγουάη για να στεφθεί πρωταθλήτρια — κάτι που στα μάτια του κόσμου έμοιαζε διαδικαστικό, μετά τις συντριπτικές νίκες της «Σελεσάο» στη διοργάνωση.
Στο 47' ο Φριάσα έκανε το 1-0 και το γήπεδο σειόταν. Ωστόσο, στο 66' ο Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο ισοφάρισε για την Ουρουγουάη. Και στο 79', ο Αλσίδες Γκίτζια βρήκε χώρο από τα δεξιά και σημάδεψε το κοντινό δοκάρι. 2-1 για την Ουρουγουάη. Η σιωπή που έπεσε στο Μαρακανά περιγράφεται συχνά ως ο πιο εκκωφαντικός θόρυβος στην ιστορία του αθλήματος — μια ολόκληρη χώρα σε σοκ, μπροστά σε μια νίκη που θεωρούνταν δεδομένη.
Η ήττα αυτή, γνωστή στη Βραζιλία ως «Maracanazo», άλλαξε βαθιά τη νοοτροπία του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου. Οδήγησε ακόμη και σε αλλαγή των χρωμάτων της εθνικής φανέλας, από λευκή σε κίτρινη-πράσινη, καθώς το λευκό συνδέθηκε συμβολικά με την ήττα. Το «Μαρακανάζο» παραμένει σημείο αναφοράς για κάθε ιστορική ανάλυση Παγκοσμίων Κυπέλλων.

